Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Καούρα | Ανδρέας Παπάζογλου

Στο κάτω-κάτω
Κανείς δεν μας έταξε τίποτα
Κι ούτε διαλέξαμε απο βίτσιο
Να σπάνε στα κεφάλια μας
Κομμάτια πυρωμένων ουρανών
Κάθε που βγαίνουμε απ' το σπίτι
Κι αν δε μας πιάνουν τα Simeco
Είναι που χάψαμε έτσι αμάσητα
Την καλοσύνη τόσων ξένων
Τα στραγγισμένα σύννεφα
Τα κόκκινα σεντόνια
Και τη σκουριά των πεθαμένων ήλιων
Ξάπλα στις κεραμοσκεπές
Ορφέως κι Αμφιπόλεως γωνία
(οξεία, παιδική και θνησιλάγνα)
Μέρα τη μέρα
Γιορτή τη γιορτή
Ζωή τη ζωή
Γεράσαμε
Πρηστήκαμε
Χαθήκαμε
Κι εγώ
Πρέπει να καταλάβεις
Δε προλαβαίνω πια
Να σε παρηγορώ
Έχω έναν κόσμο να μισώ
Πνίγομαι αδιαλείπτως
Φτύνω καθρέφτες
Τραβάω καζανάκια
Ανοιγοκλείνω πατζούρια
Κλειδώνω συρτάρια
Γεμίζω παγοκύστες
Συντάσσω επικήδειους
Λόγους ευχαριστήριους
Λίστες αξιολογικές
Σπουδαίων κατορθωμάτων
Φρικτών μεταμορφώσεων
Μειλίχιων σφαγών
Φάλτσων νανουρισμάτων
Ενώ οι νύχτες
Χρόνια ερωτευμένες
Τάχα, ξανά, περαστικές
Ψοφάνε στοιβαγμένες στο μπαλκόνι
Ασημοστάλες μελιχρές για τις πρωινές μύγες

Ας πρόσεχα 
 cigarrillo - arma:

Ο Ζητιάνος του Ανδρέα Καρκαβίτσα για πρώτη φορά στο θέατρο

Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο Ζητιάνος

Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου
Προφήτη Δανιήλ 3-5 και Πλαταιών, Κεραμεικός 
Τηλ.: 2110132002-5, 2121042777

3, 4 Μαϊου στις 21.00 & 6, 7 Μαϊου στις 19.00
Τιμές εισιτηρίων: 15 € & 12 € μειωμένο & φοιτητικό, 9 €  μαθητικό & γκρουπ, 5 € ατέλειες


Η Λυκόφως φιλοξενεί στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου για 4 μόνο παραστάσεις τον «Ζητιάνο» του Ανδρέα Καρακαβίτσα στην επιτυχημένη συμπαραγωγή του ΔηΠεΘε Ρούμελης με την ομάδα Anima (υποψήφια φέτος για το βραβείο Κάρολος Κουν για την παράσταση «Έξοδος») σε σκηνοθεσία Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη. Ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας διασκευάζεται πρώτη φορά για το θέατρο μέσα από μια σύγχρονη σκηνοθετική ματιά. Μια παράσταση για όλη την οικογένεια. 3,4 Μαϊου στις 21.00 & 6,7 Μαϊου στις 19.00. Προμηθευτείτε έγκαιρα τα εισιτήριά σας στο  https://www.ticketservices.gr/event/o-zitianos/?lang=el


.
Ο Ζητιάνος του Καρκαβίτσα αναφερόμενος στην εποχή της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος (1881) σκιαγραφεί την κατάσταση ενός χωριού του θεσσαλικού κάμπου και των κατοίκων του, οι οποίοι κυριαρχημένοι από ταπεινά ένστικτα, από παγανιστικές δοξασίες, φτώχεια και αμάθεια, γίνονται υποχείρια ενός δαιμόνιου επαγγελματία Επαίτη, ο οποίος τους οδηγεί προς την καταστροφή. Με αυτόν τον τρόπο ο Καρκαβίτσας προβάλλει τη φθορά του παλιού μεσαιωνικού κόσμου, στον οποίο επικρατούσαν οι δόλιοι, οι επιτήδειοι και οι ισχυροί, προτείνοντας τελικά μέσα από την απόλυτη επικράτηση του κακού, το αντίθετό της, δηλαδή την εξέλιξη, την μόρφωση, την πνευματικότητα, την κυριαρχία των θετικών ενστίκτων έναντι των αρχέγονων ηθών, τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, και εν τέλει την επίμοχθη αντίσταση στο πιο ισχυρό.

Στο Νυχτερέμι, ένα χωριό κοντά στις εκβολές του Πηνειού, ενώ οι κάτοικοί του βρίσκονται στα δικαστήρια με τον μπέη της περιοχής, στην προσπάθειά τους να ξεκαθαρίσουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χωριού, με την κρυφή ελπίδα ότι θα καταφέρουν να νικήσουν και να θεωρηθούν τα κτήματα δικά τους και όχι του μπέη, φτάνει ένας ζητιάνος μαζί με το δεκαπεντάχρονο ζητιανόπουλό του.

Το κύριο πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο ζητιάνος ονόματι Τζιριτόκωστας, αφού ξυλοφορτωθεί από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά, θα προκαλέσει τη συμπόνια των κατοίκων που θα του προσφέρουν φιλοξενία και τροφή. Την επόμενη μέρα, ο ζητιάνος θα προκαλέσει το ενδιαφέρον των γυναικών του χωριού, με τα «θαυματουργά βοτάνια» του, και θα κατορθώσει να πουλήσει, το «αγαπόχορτο», το «σερνικοβότανο» και άλλα βοτάνια, καθώς και υλικά για ξόρκια και για μαγικά, παίρνοντας σε αντάλλαγμα ό,τι πιο ακριβό έβλεπε ότι είχε το κάθε σπίτι, που θα το μεταπουλούσε και θα γέμιζε με χρυσές λίρες. Αδιάφορος και ασυγκίνητος για τη μοίρα και την τύχη αυτών των γυναικών θα δώσει βοτάνια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και στο θάνατο, ενώ θα καθοδηγήσει επιδέξια όλο το χωριό, άντρες και γυναίκες να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του· να εκδικηθεί δηλαδή το ξύλο που έφαγε από τον τελωνοφύλακα και παίζοντας με την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία τους, να τους καθοδηγήσει να βάλουν φωτιά στο σπίτι που μένει για να τον κάψουν ζωντανό. Τέλος, θα βάλουν φωτιά και στο μεγάλο σπίτι του μπέη, οπότε παρεμβαίνουν οι ελληνικές Αρχές και οι Τούρκοι αφέντες της περιοχής, οδηγώντας όλους τους άντρες στη φυλακή της Λάρισας.


Στην παράσταση της ομάδας Anima η ιστορία ξετυλίγεται από την πλευρά των γυναικών της ιστορίας, οι οποίες ακόμα πιο εγκλωβισμένες στην ανδροκρατούμενη κοινωνία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, επηρεασμένου βαθιά από την οθωμανική κοινωνική δομή, στέκουν ανήμπορες να αντισταθούν και να προφυλάξουν τα παιδιά τους, τους εαυτούς τους και τους άντρες που κάνουν κουμάντο, από το επερχόμενο κακό που φέρει επιδέξια μαζί του ο άντρας Ζητιάνος.  Έτσι βλέπουμε στην αρχή της ιστορίας τις γυναίκες πεθαμένες πια, στο μεταίχμιο του άλλου κόσμου, να επιστρέφουν πίσω στον τόπο τους για να ξαναζήσουν την ιστορία τους, να την διηγηθούν και να καταλάβουν… Μέσα μια σύγχρονη εικαστική αναπαράστση αναλαμβάνουν διάφορους ρόλους, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τόσο τη δική τους πλευρά όσο και την πλευρά των αντρών της ιστορίας.


Συντελεστές
Διασκευή: Κική Κουβαρά
Σκηνοθεσία: Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτου
Σκηνογραφία-Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Πρωτότυπη μουσική: Κώστας Νικολόπουλος
Χορογραφίες-επιμέλεια κίνησης: Άννα Απέργη
Επιμέλεια φωτισμών: Παναγιώτης Λαμπής
Κατασκευή σκηνικού-μάσκες: Περικλής Πραβήτας
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Δενδρινού
Κλαρίνο-Ντουντουκ: Γιώργος Δούσος

Παίζουν οι ηθοποιοί: Λεωνίδας Κακούρης, Κατερίνα Μπιλάλη, Μαρία Καρακίτσου, Λευτέρης Παπακώστας, Γιώτα Τσιότσκα.

Σημείωμα Σκηνοθέτη

Η ομάδα Anima μετά την περσινή επιτυχία της με την παράσταση «Έξοδος» και την υποψηφιότητά της για το βραβείο Κάρολος Κουν, φέτος δουλεύει πάνω στο σπουδαίο κείμενο του Α. Καρκαβίτσα «Ο Ζητιάνος», το οποίο έχει ως πρωταγωνιστή έναν Έλληνα ζητιάνο, τον Τζιριτόκωστα. Πρόκειται για ένα από τα πιο διάσημα λογοτεχνικά πρόσωπα της Ελλάδας, μέχρι την εμφάνιση του Αλέξη Ζορμπά, του Καζαντζάκη. Η ιστορία του ζητιάνου είναι ιδιαίτερα επίκαιρη γιατί αναφέρεται σε μια εποχή ιδιαίτερων ανακατατάξεων, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παρουσιάζοντας αναλογίες με τη σημερινή κρίσιμη κατάσταση που βιώνουμε. Η ιστορία διαδραματίζεται την περίοδο της προσάρτησης της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881 και της δημιουργίας των νέων συνόρων του Ελληνικού κράτους. Αυτά τα χρόνια αλλά και τα επόμενα που θα ακολουθήσουν το σημαντικότερο ζήτημα ήταν η διάδοχη κατάσταση των περιουσιών των Τούρκων που αποχωρούσαν πλέον από τη Θεσσαλία και πουλούσαν την περιουσία τους στους λίγους πλούσιους Έλληνες, με αποτέλεσμα οι φτωχοί κολίγοι, που μέχρι τότε ζούσαν καλλιεργώντας τη γη, να χάνουν τώρα και τα λίγα προνόμια που είχαν. Η ανακατάταξη του πλούτου ακολουθεί πάντα ένα μεγάλο πόλεμο και πάντα εις βάρος των αδυνάτων. Κάτι που ενισχύεται ακόμα περισσότερο από την αμάθεια, την έλλειψη μόρφωσης και τις προλήψεις, καθιστώντας τον άνθρωπο έρμαιο και αντικείμενο εκμετάλλευσης κάθε πανούργου, επιτήδειου και ισχυρού.
Αυτό λοιπόν που καθιστά την ιστορία αυτή επίκαιρη, παρά τις όποιες αδυναμίες και ελλείψεις του ανθρώπου, είναι η ‘εν δυνάμει’ βούλησή του να αντιστέκεται στο κακό, σε αυτό που θέλει να τον αφομοιώσει, να τον καταστρέψει, να τον εξαφανίσει; εξετάσεις που οι Έλληνες ως λαός έχουν στα γονίδιά τους να δίνουν πολύ συχνά και άλλοτε να χάνουν, άλλοτε να κερδίζουν, πάντα όμως να αγωνίζονται για να το επιτύχουν.
Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη



Ομάδα Anima

Η Ομάδα Anima δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια στο χώρο του θεάτρου. Με σκηνοθέτη και κύριο εκπρόσωπο την Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη καθώς και μια ομάδα μόνιμων ηθοποιών και συντελεστών, πειραματίζεται γύρω από  σύγχρονες θεατρικές φόρμες αφήγησης. Το ενδιαφέρον της ομάδας στρέφεται γύρω από την ιδέα του πως μπορεί να παρουσιαστεί ένα κλασσικό κείμενο ώστε να αφορά το σήμερα. Ο πειραματισμός έγκειται τόσο στο κομμάτι της φόρμας, δηλαδή της όψης της παράστασης όσο και στην υποκριτική μέθοδο. Η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία δουλεύει η ομάδα είναι μια μεταμπρεχτική προσέγγιση των κειμένων. Μέσα από την ουσιαστική χρήση της μουσικής ως παρτενέρ των ηθοποιών, την κίνηση και την σωματοποιημένη έκφραση των ρόλων, προσεγγίζεται η υποκριτική.

                   
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

Οκτ.2014-2016      Σκηνοθεσία-δραματουργία της Σκηνικής σύνθεσης «Έξοδος» στο studio Μαυρομιχάλη, στο θέατρο Θησείο και στο θέατρο Αργώ. Ακολούθησε μεγάλη περιοδεία.
Δεκ.2012-Ιαν.2013      Σκηνοθεσία-deviced piece της παράστασης «Ιούλιος Καίσαρας: Scripta Femina» στο studio Κινητήρας, στη Θες/νικη, θέατρο Σοφούλη.
Mάιος 2011          Σκηνοθεσία και Διασκευή του διηγήματος «Το καλοκαίρι του Κυρίου Ζόμερ» του Π. Ζίσκιντ στο χώρο του ελculture.
Aπρ.2010    Σκηνοθεσία του έργου «Το Ρομάντζο του Ζητιάνου» του Τζ. Γκέυ στον Τεχνοχώρο Αθηνά με την ομάδα Anima και σε συμπαραγωγή με το  Δήμο Ζωγράφου



Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Πλησιάζω αλλά όχι πολύ | Άκης Καραμάνος

Συρτή γιορτή.
Κουτσοί τρελοί περαστικοί
ξεδοντιασμένοι , λαμπρομάλληδες γεμάτοι μικρά μικρά μπουκλάκια.
Άνθρωποι σκυφτοί.

Φτηνά ποπκορν κι ακριβά εισιτήρια
Παγοδρόμια για παιδιά που ακόμα
εκπλήσσονται απ’ τους αχνούς
στον πάγοι.

Όπως κάθε χειμώνας .
Φέρνει κάθε άνθρωπο μέσα απ’ το παλτό του
σε μια ζεστασιά πανανθρώπινη ,και ξέρεις ότι
κάθε παλτό
κάθε αμπαλάζ κρύβει μέσα άνθρωπο
Κι είναι όλοι τόσο όμοιοι κι αλλιώτικοι
Σαν παλέτες χιλιόμετρα μακριές με αποχρώσεις κάθε χρώματος κατά μήκος,
σε αριθμό τεράστιο. Να μπλέκονται τυχαιότατα μεταξύ τους.
Και να φτιάχνουν με τα ίδια υλικά
Άπειρους αλλιώτικους συνδυασμούς
Όλοι το ίδιο ευάλωτοι ,όλοι το ίδιο δυνατοί.

όλοι το ίδιο-συνολικά-ταλαντούχοι
Όλοι το ίδιο συνεργάτες και το ίδιο συνένοχοι.

όλοι με διαφορετική ηθική στο συνολικό της φάσμα.
όλοι με διαφορετική αντίληψη για το ωραίο και το καλαίσθητο.
όλοι ή σχεδόν κατέχοντες μιαν αλήθεια κι ένα δίκιο.

όλοι το ίδιο τρωτοί και πληγωμένοι
όλοι το ίδιο δυνατοί μα κοιμισμένοι.

Ιδιότητες θεού κανείς δεν έχει
όλοι κβάντα σε ανούσιο μωσαϊκό

όμως η δομή του ανούσιου  κάνει το περιεχόμενο του.

Χωρίς κομμάτια ένα ανούσιο παζλ δε θα ήταν καν παζλ

Το περιεχόμενο δίνει το νόημα στο μέσο.



Άτιτλο | Άρης Περιβολιώτης


 Και εκεί που μία εικόνα διαφέρει
Προσκολά την πραγματικότητα
Φαίνεται σπασμένο σκυροδέμα από το χιόνι 
Στο σταθμό του τρένου , εκεί που συναντά η γη τις ράγες 
Στο σχίσμα υγρασία , καλυμμένο με χαλίκια 
απορροφητές ενός κραδασμού βρομίζοντας τόσο μεθοδευμένη τις ριπές του αέρα με καμμένη κοινωνική πλαστικότητα 

Βγάζουμε πλαστικές φωτογραφίες
παγιδα της στιγμής,
Χωρίς θύτες και θύματα
Διατετρημένες έννοιες 
Ντοκουμέντο μιας κατάστασης που θέλουμε να κρατήσει κάτι παραπάνω
Μια μέτρηση απόκλισης 


Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Άτιτλο | Χαζό κορίτσι

Κάποιες φορές δεν υπάρχει απόσταση μεγαλύτερη
Από δυο κορμιά ενωμένα
Και αν τα φιλιά σου ξυράφια στα χείλη
Και τα συμπλέγματα καίνε το μέσα μας
Και αν όλα τελειώσουν με πόνο
Αν εκείνος ξανά ποτέ δεν έρθει
σε εκείνον τον οργασμό
Τότε μωρό μου ίσως τις πέτρες καταφέρουμε, στις άκρες να δέσουμε
Να κάψουμε στον κάδο τα άχρηστα εκείνα συναισθήματα μας


Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Τα παιδιά της γειτονίας σου | Χάρις Γεωργίου

Από ανθρώπους μου αρέσουν πολύ οι λαϊκοί, οι πολύ λαϊκοί που φτάνουν σε σημείο γραφικότητας. Εκείνοι οι αυθεντικοί άνθρωποι, που δεν έχουν ανάγκη από φτιασίδια για να 'ναι χαρούμενοι. Εκείνες οι φιγούρες που αγαπούν πραγματικά και δένονται, που παίρνουν την απόφαση ένα βράδυ να πάνε σε ένα νησί ή ένα χωριό και να το παλέψουν, με κάθε κόστος -κοινωνικό και όχι μόνο. Ρομαντικές ιστορίες σε μικρά χωριά της χώρας και κάθε σπίτι τα προβλήματά του. Το θέμα όμως είναι τι κάνεις με αυτά τα προβλήματα.
Μέσα σε αυτό το τριήμερο, γνώρισα πολλούς τέτοιους ανθρώπους. Θα μπορούσα να γράψω άρθρα ή και βιβλία για αυτούς, θα μπορούσα να δαπανήσω ώρες σκεπτόμενη πόσο εύκολη είναι η ζωή και πόσο δύσκολη την κάνουμε, πόσα εμπόδια μα θες βάζουμε καθημερινά. 
Όμως, θα προτιμήσω να σας πω για μια ιστορία που μου έκανε εντύπωση. 
Αναστάσιμο βράδυ σε μια επιβλητική εκκλησία σε κάποια γωνιά αυτής της χώρας και οι καπνίζοντες έχουμε φτιάξει ένα πηγαδάκι και συζητάμε. Στην παρέα είναι ένας κύριος από ένα παραδίπλα σπίτι. Έχω το "διάβολο", θα μας πει, εννοώντας καρκίνο. Ύστερα, θα μας εξομολογηθεί για εκείνη τη σύνταξη που θα πάρει το 2021, που δε ξέρει αν θα ζει, για το τρίτο του χειρουργείο που είναι σε ένα μήνα και για τα εγγονάκια του, που αγαπάει. Ο κύριος αυτός είναι χαρούμενος. Μια πικρή χαρά. Αυτοσαρκάζεται, κάνει χιούμορ με την κρατική πρόνοια, μιλά για το πόσο μικρή είναι η ζωή. Και χαμογελά. Η ζωή βρίσκεται στα χαμόγελα, η αλήθεια στους Sex Pistols.
Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, θα ειπωθούν πολλά, όλα με μια δόση παρατήρησης, με μια δόση σοφίας για το πόσο μικρή είναι η ζωή. Κι έπειτα, θα ακολουθήσει η πρόταση "Ο τάδε κύριος μόλις του είπα ότι έχω καρκίνο, απομακρύνθηκε. Φοβήθηκε μη κολλήσει.", μας λέει και γελάει με την άγνοια του. Και παθαίνω πανικό. Εν έτη 2017, η ελληνική ύπαιθρος αγνοεί ακόμα και σήμερα βασικές αλήθειες, ενημερώνεται από τον καφετζή του χωριού και επιβιώνει μέσα από ημιμάθειες, φόβους και δεισιδαιμονίες. Η ελληνική ύπαιθρος, στην οποία το ιατρείο συντηρείται σε ένα ερείπιο με έναν αγροτικό γιατρό, το σχολείο σε λυόμενο και η εκκλησία φτάνει το ύψος τριώροφης πολυκατοικίας στολισμένη με μάρμαρα και τρούλους.
Θα ήθελα πολύ να σχολιάσω μεμονωμένα, ένα-ένα όσα ανέφερα. Οι εικόνες στεγάζονται στο μυαλό μου και αδυνατούν να βγουν να πάρουν τη μορφή σχολίων. Ωστόσο, μια απογοήτευση και μια πικρία την έχω. Σε τούτο τον τόπο, μεγαλώνουν παιδιά. Και αυτά τα παιδιά είναι καταδικασμένα να διαιωνίσουν όλη αυτή την αναχρονιστική παράδοση, την λειψή από γνώσεις. Όλα αυτά τα παιδιά, που ακόμα παίζουν σε αλάνες, που δεν έχουν playstation, πρέπει να πάνε φοιτητές για να μάθουν ότι ο κόσμος δεν είναι αυτό, το οποίο τους μαθαίνουν. Πρέπει 18 χρόνια να ζήσουν μια ψευδαίσθηση για να καταφέρουν να δουν το αναστάσιμο φως, το φως της γνώσης. Και διερωτάμαι, υπάρχει άραγε σωτηρία για την ελληνική ύπαιθρο; Υπάρχει άραγε σωτηρία, όταν επισκεπτόμενος την ύπαιθρο σαν ξένος, αντιμετωπίζεσαι και σαν ξένος;
Ώρες-ώρες, όταν συνειδητοποιώ ότι το "Κάτω Παρτάλι" και το "Κολοκοτρωνίτσι", υπάρχουν σαν οντότητες στο χάρτη, είτε με αυτά τα ονόματα, είτε με άλλα, φρικάρω εντελώς. Και νιώθω πραγματικά περίεργα, που στους δέκτες μοιάζουν αστεία, όμως η πραγματικότητά τους αγγίζει την τραγικότητα.


Ο παππούς με την τραγιάσκα | Νίκος Γιαμπολδάκης

Κούμπωσε και το δεύτερο μανικετόκουμο. Μια μάλλινη ανοξιάτικη ζακέτα από πάνω, και τι μένει? Μια λαμπάδα. Είχε τέσσερις στο τραπέζι, δίπλα τους και τέσσερα ποτηράκια το ένα μέσα στο άλλο για να μην στάζει το κερί. Το πρώτο ήταν λίγο φθαρμένο, το έβγαλε και πήρε το δεύτερο. Πήρε και μια λαμπάδα, πήρε και την αλλεργία του και έφυγε πρώτος απ’ όλους και μόνος για τον λιβανισμένο, και γι’ αυτό ερεθίζων τη μύτη, χώρο της εκκλησίας. Πήρε και χαρτομάντηλα.

Οι ψαλμωδίες ακούγονταν από τον δρόμο. Ζεστές και όμορφες. Μπήκε. «Γιατί χωρίζονται σε γυναίκες και άντρες;». Πήγε αριστερά, στους άνδρες. Τρεις ή τέσσερις κυρίες είχαν την ίδια απορία με αυτόν, και δίχως να βρουν πειστική απάντηση, είχαν κάτσει κι αυτές αριστερά. 

Δεν ήθελε καρέκλα, ούτε και να καθίσει. Ένα στασίδι θα ήταν αρκετό, για να μπορεί να στηρίζει και τα χέρια του, ή να γέρνει την πλάτη του. Τον κουράζει η στάση προσοχής. Επιπλέον, το στασίδι τού έδινε έναν δικό του χώρο, και στεκόμενος όρθιος θα τους έβλεπε όλους καλύτερα. Ξεκίνησε με τα γνωστά πρόσωπα.

Μπροστά μπροστά εντόπισε στη συνήθη ασυνήθιστη στάση το παλικαράκι από την ψυχιατρική μονάδα της γειτονιάς. Εξέπνεε σεβασμό. Δεν μπορεί να προσδιορίσει την ηλικία του βέβαια, το «παλικαράκι» ίσως να είναι και χαϊδευτικό τελικά. Μοιάζει στα 27, αλλά μοιαζει στα 27 εδω και καμιά δεκαετία που τον βλέπει έξω από το σπίτι στο δρόμο. Δεν γίνεται να μη μεγαλώνει, αλλά δεν μοιάζει και 37. Τον προστατεύει η αθωότητα ίσως. Εκείνη την ώρα, λοιπόν, είχε γυρίσει να πει μια κουβέντα στον άνθρωπο που καθόταν πίσω του. Ήταν κι αυτός τρόφιμος; Μπορεί. Μπορεί απλά να συνέβει κάτι που απαιτούσε σχολιασμό. Πάντως οι δυο τους είχαν κάτσει στην πλάτη του αριστερού ψαλτηριού, θέση από την οποία μπορούσαν να διακρίνουν τις λεπτομέρειες του τέμπλου. Τόσο μπροστά. Σαν να ήθελαν να φτάσουν όσο πιο κοντά στο Θεό μπορούσαν.

Πριν λίγο είχε μπει, και πλέον, προσκυνήσας τις εικόνες, στεκόταν όρθιος δίπλα στον κεντρικό διάδρομο, ο Στέφανος, που μένει δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Παλιότερα δεν τον ήξερε, απλώς τον έβλεπε συχνά στη γειτονιά. Η συμπάθεια, όμως, γεννήθηκε όταν για μια περίοδο τον πετύχαινε συνεχώς όταν έβγαζε βόλτα τον σκύλο. Την αγαπούσε – τολμώ να πω πως όντως το ένιωθε – ο Στέφανος τη σκυλίτσα. Σε μια τέτοια βόλτα έμαθε και πού μένει ο αλλοδαπός, Αλβανός μάλλον, 40άρης, αφού τον είδε να ξεκουράζετε στο μπαλκόνι του. Μια άλλη φορά, παραδόξως, τον πέτυχε μέσα στη δική του πολυκατοικία, να συζητά μια δουλειά με την ένοικο του διαμερίσματος στον 1ο. Οικοδόμος το επάγγελμα, λοιπόν, και από το «γεια σου Στέφανε» της νοικοκυράς, ανακάλυψε και το όνομα. Τα ήξερε, πλέον, όλα γι εκείνον, εκτός από το γιατί χαμογελούσε πάντα και πώς ήταν αυτό το χαμόγελο τόσο αληθινό. Είτε σου μιλούσε, είτε χάιδευε το σκυλί, είτε σε έβλεπε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Τα πρωινά, όταν ακόμα πήγαινε σχολείο, αναζητούσε να τον πετύχει κάπου για να βελτιωθεί η δική του διάθεση. Ήταν κι ο Στέφανος, λοιπόν, εκεί, στην εκκλησία. Χτενισμένος, προσεγμένος, με λαμπάδα και χαμόγελο.

Τέλος, μαζί του είχαν κατεβεί προς την εκκλησία ο οδηγός του αστικού με την κόρη του. Πολύ επίσημα ντυμένοι, όμορφα ντυμένοι. Ήθελαν να νιώθουν επίσημοι, σοβαροί. Όλοι έτσι θέλουν να νιώθουν τέτοιες ημέρες. Πατέρας και κόρη μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, δεν τους είχε ξαναπροσέξει από τόσο κοντά. Στο οβάλ σχήμα κεφαλιού τους ξεχώριζαν οι δύο μεγάλες μύτες, σαν να αντέγραψε κανείς εκείνη του πατέρα στο πρόσωπο της κόρης. Δεν ήταν άσχημες όμως. Σε προκαλούσαν να τους προσέξεις και υποβαστάζουσες δύο όμορφα και αγνά χαμόγελα, σε παρακινούσαν να τους συμπαθήσεις τελικά. Έκατσαν με τους άνδρες, σε δύο καρέκλες, και λίγα λεπτά μετά σηκώθηκαν και γρήγορα γρήγορα κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να προηγηθούν στο «Δεύτε λάβετε φώς», έναντι των αργοπορούντων εξάλλου ηλικιωμένων.

Όλους κι όλους αυτούς γνώριζε. Άντε και το παπαδάκι, γνωστή φιγούρα από τα χρόνια του στο σχολείο. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ήταν, βλέπεις, μόλις το τέταρτο Πάσχα που δεν φεύγει απο τη Θεσσαλονίκη, και το πρώτο που προσέρχεται να μάθει τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης στη συγκεκριμένη εκκλησία. 

Μια εικόνα διέκοψε τις σκέψεις του, που πρώτες είχαν διακόψει το παιχνίδι του. Ένας κύριος, νέος, όχι πάνω από 45, φαλακρός, ο μόνος με γένια, έστω τριμμαρισμένα. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν φρεσκοξυρισμένοι, σχεδόν έβλεπες τον ερεθισμό σε κάποιους. Ο αξύριστος κύριος, Χρήστο τον ονόμασε, ήταν πάντως πολύ σοβαρός μέσα από τα γυαλιά του. Το κουστούμι έμοιαζε να έχει πάρει τη φόρμα του, οπότε ίσως να το φοράει συχνά. Ένας ιδιώτης επιχειρηματίας ίσως, παρέχων κάποια σπουδαία υπηρεσία. Έβαζες στοίχημα πως έχει γραφείο. Ύστερα κοίταξε το γυμνό από ύφασμα, αλλά όχι από οτιδήποτε, καρπό του. Γύρο από αυτόν είχε ταιριάξει αρμονικά ένα μεγάλο κομποσκοίνι. Όλα ταίριαζαν σε αυτόν τον άνθρωπο, που κοιτούσε προς τους ψάλτες υπομονετικά.

Δίπλα του ένας παππούς, που φορούσε το παντελόνι ως τον αφαλό. Κοιτούσε ευθεία μπροστά, χωρίς να προσπαθεί – το λιγότερο – να ακούσει και να καταλάβει γρι από όσα ψέλνονταν εκείνη την ώρα. Τουναντίον, ο παππούς άλλαζε συνεχώς χέρι τη λαμπάδα του, και αγωνιούσε για το Άγιο Φως.

Πίσω από αυτόν έτερος παππούς, καθισμένος σε καρέκλα. Ψηλός, με αραιώση των λευκών μαλλιών στο πάνω μέρος του κεφαλιού, τετράγωνα γυαλιά και έντονα μαύρα φρύδια. Είχε νεανικό βλέμμα αλλά ζαρωμένους λοβούς. Έμοιαζε μόνος. Πέντε λεπτά μετά, μια γυναίκα – κόρη ή νύφη του – του έφερε τις δύο εγγονές του, στολισμένες, με τα φιογκάκια και τα φορεματάκια τους, και τις ροζ λαμπαδίτσες. Ανεθάρρη ο παππούς. Γιώργο τον ονόμασε. Τις πήρε αγκαλιά, τη μία στο ένα πόδι, την άλλη στο άλλο και τις φιλούσε διαδοχικά. Ύστερα η μία βαρέθηκε και απέδρασε. Η εναπομείνασα είχε την τύχη να μάθει από τον παππού Γιώργο τα μυστικά της λειτουργίας για τα οποία τόση απορία είχε!

Τα φώτα της εκκλησίας έσβησαν, το Άγιο Φως διαδόθηκε, τα φώτα άναψαν. Ύστερα άναψαν και τα φώτα στην εκκλησία. Ο κλήρος εξήλθε ψέλνοντας, ήταν τόσο όμορφο να τους βλέπει. Ήξερε ότι οδεύουν έξω να αναγγείλουν την Ανάσταση του Χριστού στους ενορίτες, που επίσης γνώριζαν τι περίμεναν να ακούσουν. Όμως κάθε φορά είναι όμορφο. Είναι τόσο γοητευτική αυτή η προσδοκία, τόσο γοητευτικά τα νεαρά εικοσι...άχρονα πρόσωπα που συνόδευαν τον παπά, ψέλνοντας χαμογελαστά από ευτυχία.

Εκείνος περίμενε να βγει όλη αυτή η ουρά κόσμου και ύστερα να το κάνει και ο ίδιος με τη σειρά του. Ομοίως και άλλοι έμεναν ακόμα στην εκκλησία, είτε από επιλογή είτε από αδυναμία εξόδου. Καλή του ώρα εκείνου του παππού στα δεξιά του. Στεκόταν όρθιος σε παραδιπλανό στασίδι, τα χέρια του έτρεμαν, παρασύροντας στον ίδιο ρυθμό και τη λαμπάδα που κρατούσε. Τρίχες στα αυτιά, ζάρες στη φαλάκρα, και εξαντλημένο πρόσωπο. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία. Δεξιά, στην πλάτη του στασιδίου, είχε κρεμάσει ευλαβικά την γκρι τραγιάσκα του. Πάντα λάτρευε τις τραγιάσκες και λάτρεψε και τον παππού, που μάλλον ζούσε ένα από τα τελευταία Πάσχα της ζωής του. Αλλά τι πειράζει; Εξάλλου θα είχε ζήσει λογικά πολλά Πάσχα στο παρελθόν και σε όλα συμβαίνει το ίδιο. Τι πειράζει, αναρωτήθηκε.

-Πειράζει, είπε στον εαυτό του. Ας ζήσει κι άλλο ένα, να δει όσα είδα και παρατήρησα κι εγώ. Να χαρεί με τους ανθρώπους. Να πάρει ελπίδα, να πάρει το φως, είτε από τον παπά, είτε από άλλον πιστό, είτε από μέσα του.